The only people able to afford to buy a house in this area are millionaires.
Οι μόνοι που μπορούν να αγοράσουν σπίτι σε αυτή την περιοχή είναι οι εκατομμυριούχοι.
be able to do [sth]v expr
(can, have the ability to do)
μπορώ ρ μ
(ενίοτε αρνητική σημασία)
είμαι ικανός ρ έκφρ
(επίσημο)
δύναμαι ρ μ
Claire wasn't able to reach the jar on the top shelf.
ableadj
(can, capable)
μπορώ ρ μ
έχω τη δυνατότητα έκφρ
Please help if you're able.
Παρακαλείσθε να βοηθήσετε εάν μπορείτε.
Παρακαλείσθε να βοηθήσετε εάν έχετε τη δυνατότητα..
ableadj
(competent)
ικανός, άξιος επίθ
καλός επίθ
(μεταφορικά: σε κάτι)
δυνατός επίθ
The new employee is an able young woman.
Η καινούρια υπάλληλος είναι μια ικανή (or: άξια) νέα.
ableadj
(talented)
ικανός επίθ
καλός επίθ
(μεταφορικά)
δυνατός επίθ
Lenny is the most able copywriter we have.
Ο Λέννυ είναι ο πιο ικανός κειμενογράφος μας.
Ο Λέννυ είναι ο πιο καλός κειμενογράφος μας.
Ο Λέννυ είναι ο πιο δυνατός κειμενογράφος μας.
able, iblesuffix
(adj: capable of, fit for) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)
-
Σχόλιο: Δείχνει ότι κάποιος μπορεί να κάνει κάτι ή ότι κάτι μπορεί να γίνει. Υπάρχουν διάφορες καταλήξεις, π.χ. -ιμος, αλλά για κάθε περίπτωση η μετάφραση μπορεί να διαφέρει.